Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Ήταν να μη με ρωτήσετε...

Μ’ αφορμή δυο ερωτήσεις:
«Πώς αισθάνεσαι μέσα στην εκκλησία;»
«Τι αλλαγές πρέπει να γίνουν;».

 

 

Θλιμμένη κοπέλα

Η κορυφή του παγόβουνου.

Μού είχε κάνει εντύπωση μια συχνή απορία των παιδιών, τα χρόνια που ήμουν κατηχητής: «Γιατί να μην ζήσουμε όπως θέλουμε (κι όχι όπως λέει η εκκλησία) και να εξομολογηθούμε στο τέλος; Έτσι θα πάμε και στον παράδεισο.».

 Συνήθιζα, τότε, να τούς απαντώ με μια εικόνα: «Φανταστείτε έναν πατέρα που αγαπά και καταλαβαίνει το παιδί του απεριόριστα. Μια μέρα το πηγαίνει να αγοράσουν παιχνίδια ή π.χ. ένα ποδήλατο. Γιατί το κάνει αυτό;». «Για να χαρεί το παιδί», απαντούσαν συνήθως. Ούτε για να τον ευχαριστήσει το παιδί ούτε για να είναι υπάκουο μετά...

Συμπλήρωνα, τότε: «Η ζωή μας, λοιπόν, είναι σαν το ποδήλατο που χαρίστηκε για να το χαρούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γιατί με το “να ζήσουμε όπως θέλουμε” νομίζω εννοούσατε “να χαρούμε τη ζωή”».

Κι όντως, αυτό εννοούσαν. Αλλά κάτι τούς ξένιζε στα λόγια μου: Ένιωθαν πως η εκκλησία δεν αναφερόταν σ’ έναν τέτοιον Πατέρα.

Και μάλλον είχαν δίκιο. Η απάντηση που τούς έδιναν συνήθως οι «ποιμένες» στο ίδιο ερώτημα ήταν: «Ναι, αλλά πού ξέρεις πότε θα πεθάνεις;». Σα να υπονοούσαν ότι αν το ξέραμε, θα είχαμε την ιδανική λύση: Και θα χαιρόμασταν τη ζωή, και θα πληρούσαμε τις γραφειοκρατικές προϋποθέσεις της σωτηρίας…

Θα μπορούσα και να ’χω λάθος, λοιπόν. Ίσως ο Θεός θέλει να μη χαρούμε τη ζωή για να μάς χαρίσει τον παράδεισο. Αλλά κι έτσι να είναι τελικά, με παρηγορεί η σκέψη πως αληθινή αγάπη υπάρχει στον κόσμο, αφού η αγάπη του πατέρα μου όταν μού χάριζε παιχνίδια, ξεπερνούσε αυτήν του Θεού...

Όλα αυτά έχουν πλάκα, αλλά δείχνουν και κάτι σοβαρό: Ότι πέρα από την «επίσημη» πίστη που διακηρύσσουμε (όπως το ότι «ο Θεός Αγάπη εστί»), υπάρχει και μια άλλη που «μεταγγίζουμε» υπόγεια, σα δηλητήριο... Αυτή που αποκαλύπτουν οι αντιφάσεις στις οποίες μας ρίχνουν οι «αφελείς» ερωτήσεις των παιδιών που «κατηχούμε»: Είναι αυτή την οποία βιώνουμε

«Και αφού ο Θεός είναι Αγάπη», με ρωτούσαν καμιά φορά, «γιατί δεν σώζονται όλοι;». Εδώ ακούμε συχνά άλλη μια απάντηση που δείχνει την κατάντια μας. Ότι ναι μεν αγαπά, αλλά είναι και δίκαιος. Αν ήμουν πατέρας, θα την είχα γραμμένη τη «δικαιοσύνη» μου μπροστά στον πόνο του παιδιού μου. Άσε που ο Χριστός έχει ήδη απαντήσει σ’ αυτό το θέμα: Στο τέλος της παραβολής του ασώτου ο πρεσβύτερος γιος επιστρέφει απ’ τη δουλειά και βρίσκει όλους να γιορτάζουν την επιστροφή του αδελφού του. Ο πατέρας δεν τού λέει «αν δε δεχτείς τον αδελφό σου, δε θα σ’ αφήσω να μπεις στο σπίτι.». Ίσα- ίσα που τον παρακινεί. Είναι ο μεγαλύτερος που λέει «Εγώ δεν μπαίνω στο ίδιο σπίτι μ’ αυτόν» (Αρχικά, τουλάχιστον).

 

Αυτά με τις ερωτήσεις των παιδιών. Πάμε σε μεγαλύτερες ηλικίες…

Μόνο που επειδή τα τελευταία χρόνια η εκκλησία έχει γίνει λίγο της μόδας, για να καταλάβει κανείς καλύτερα την παρακάτω ιστορία πρέπει να μεταφερθεί στη δεκαετία του 90. Θα γινόταν εκείνες τις μέρες κάποια χριστιανική, ας πούμε, ομιλία για νέους και κανονίσαμε με μια φίλη μου να πάμε στη σχολή να κολλήσουμε τις σχετικές αφίσες στο πανεπιστήμιο. Σε μια από τις σχολές, γυρίζω κάποια στιγμή και βλέπω μια συμφοιτήτρια να με κοιτά. Ακίνητη, με ανοιχτό το στόμα.

-Τι;

-Είσαι της εκκλησίας;… Το ρώτησε τόσο αργά, λες και συλλάβιζε κανένα γλωσσοδέτη.

-Ναι, απάντησα απλά, κάνοντας ότι δεν πολυκατάλαβα την έκπληξή της.

Αυτή όμως συνέχισε να με κοιτά αποσβολωμένη. Έπρεπε κάτι να πω.

-Δε μου φαίνεται, ε;

-Καθόλου…

Την επόμενη μέρα, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο της σχολής είδα το ένα τρίτο των συμφοιτητών μου να γυρίζει και να με κοιτάζει σα να είχαν πέσει τα φώτα κάποιων προβολέων πάνω μου... Ντρεπόμουν. Όχι γι’ αυτό που πίστευα, αλλά γι’ αυτό που νόμιζαν ότι πίστευα. Ευτυχώς με ήξεραν κι έτσι η προκατάληψη δεν κράτησε πολύ. Κατά τη διάρκεια της επόμενης ώρας διδασκαλίας, ένα πηγαδάκι 8-12 φίλων και μη καθόταν γύρω μου, αδιαφορούσε για την παράδοση και με ρωτούσε για το σε ποιον Θεό πιστεύω. Αργότερα, πέντε από αυτούς μού ζήτησαν να τους πάω σε κάποια χριστιανική συντροφιά που γνώριζα. Τούς αποθάρρυνα όμως. Δε μπορούσα να πω το «έρχου και είδε».

Μετά από κάποιο καιρό λοιπόν, σε κάποια «χριστιανική συντροφιά», υπήρχε ένας μεσήλικας που μάς έλεγε πως πρέπει να βγούμε στην κοινωνία και να πείσουμε τη νεολαία να πλησιάσει την εκκλησία. Τού είπα ότι δεν θα είχε νόημα κάτι τέτοιο κι ανέφερα το περιστατικό. Κι ότι φυσικά δε θα τολμούσα να φέρω φυσιολογικούς (και μάλιστα ευφυείς!) νέους σ’ αυτόν τον αλλόκοτο πλανήτη όπου οι «πνευματικές» συζητήσεις αφορούν τρόπους «ηθικής» συμπεριφοράς και στον οποίο π.χ. γίνονται ακόμη κατηχητικά «αρρένων» και «θηλέων». Τι θα τους έλεγα μετά;

Τότε μού απάντησε με ενθουσιώδη ιεραποστολική ορμή:

«Θα τους πεις πως εμείς οι χριστιανοί είμαστε τρελοί! Κι ότι ακολουθούμε δρόμους που εσείς δεν καταλαβαίνετε!».

Το σοκ μ’ έκανε να σιωπήσω. Αλλά αλίμονο σε μια εκκλησία που χειροτονεί ανθρώπους που δε καταλαβαίνουν διαφορά μεταξύ της κατά Χριστόν σαλότητας και των προσωπικών τους νευρώσεων. Το περιστατικό θα ήταν αστείο αν ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν τώρα αρχιμανδρίτης με καίριες αρμοδιότητες (και άκουσα πως θέλει να γίνει επίσκοπος…). Κατά τη γνώμη μου, είναι απλά ενδεικτικό.

                                                                                                       

Τέτοιοι άνθρωποι είναι φυσικό να αναπαράγουν την αλλοτρίωση που φέρουν. Θυμάμαι ένα γλυκό, «υπάκουο» παιδί «της εκκλησίας» που είχα γνωρίσει. Τον πέτυχα μετά από χρόνια στο δρόμο και μού είπε ότι η σκληρότητα της ζωής (και κυρίως ο στρατός) τον εξώθησαν να ωριμάσει. «Ξεκόλλησε απ’ την εκκλησία» και τον πνευματικό του κι «έγινε άντρας» (δικές του οι εκφράσεις..). Ενώ χάρηκα για την απρόσμενη απαγκίστρωσή του, ένιωθα και μια θλίψη γιατί έβλεπα έναν άνθρωπο τραυματισμένο, που μέσα στη σύγχυση και τη μοναξιά του είχε γνήσια αναζήτηση για τον Θεό (και το συνάνθρωπο), αλλά δεν ήξερε πού να την απευθύνει… Το ’φερε η κουβέντα και τού πρότεινα να συναντηθεί μ’ έναν φίλο μου ιερέα που πίστευα πως ίσως τον βοηθούσε. Αλλά δεν θέλησε να ξαναμπλέξει με ανθρώπους της εκκλησίας. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισα… Μετά από πέντε μήνες διάβαζα έκπληκτος ένα ιδρυματοποιημένο [1] και εντελώς αθεολόγητο άρθρο για το πώς πρέπει να διατηρήσουμε την «ελληνορθόδοξη παράδοσή μας». Ήταν δικό του!

Θα ’θελα να ξανασυναντήσω αυτό το παιδί, να το ταρακουνήσω για να ξυπνήσει, και να ρωτήσω: «Ρε κολλητέ, τι είναι αυτό που παθαίνεις κάθε φορά που ξαναβρίσκεσαι με τέτοιους ανθρώπους; Τι να υποθέσω ότι σού κάνουν όταν καταθέτεις σε μένα την ψυχή σου, αλλά σε «εκκλησιαστικά» πλαίσια αναπαράγεις τα ψέματα που σιχαίνεσαι;»

Με ποιο δικαίωμα «προσφέρουμε» σε ευάλωτες ψυχές αποδοχή με τίμημα την αφομοίωσή τους; Τι είδους εκκλησία είναι αυτή που δεν αγκαλιάζει τους ανθρώπους μέσα στον πόνο και την αμφιβολία τους; Και αν τους εξωθεί να χάνουν την επαφή με τον εαυτό τους, πώς θα τους φέρει σ’ επαφή με το Θεό;

 

 

      Το τίμημα της θρησκειοποίησης.

 

Αυτό το έλλειμμα Ορθόδοξου ήθους, είναι διάχυτο στην «ποιμαντική» που επικρατεί. Μια άτυπη συνομωσία της σιωπής επιβάλλεται σε «επίσημα» πλαίσια [2] και απαγορεύει να κοιτάζουμε κατάματα τα προβλήματα (ιδιαίτερα όταν θεωρούνται ταμπού). Έτσι, για να αποφορτιστεί η εσωτερική πίεση που προκαλούν, ιδεολογικοποιείται η πίστη και πουλιέται ανέξοδος –και ενίοτε δαιμονικός– τσαμπουκάς για ν’ αντιμετωπιστούν οι (εξωτερικοί, φυσικά) «εχθροί της ορθοδοξίας». Εδώ έφτασαν και «πνευματικοί ηγέτες» να λένε ότι οι Τούρκοι είναι βάρβαροι και δεν έχουν θέση στην Ευρωπαϊκή ένωση. Και μάλιστα σε μια εποχή που η κοινωνία ωριμάζει σε αυτό το θέμα... Οι πολιτικοί (με πρώτους κάποιους άθεους) συμφωνούν περισσότερο με το Ευαγγέλιο απ’ ότι οι πνευματικοί μας πατέρες... Ο Παύλος βέβαια ήταν ασύγκριτα πιο μπροστά κι από τους πολιτικούς, γιατί δεν έλεγε το «ουκ ένι Έλλην και βάρβαρος» [3] λόγω μιας σειράς συμφεροντολογικών σκέψεων (ή ακόμη, ενός ήθους), αλλά επειδή η εμπειρία της Παρουσίας του Θεού τον έκανε να έχει άλλη αντίληψη της πραγματικότητας. Όταν λοιπόν ένα λάθος είναι τόσο κραυγαλέο, αναρωτιέμαι αν ο άνθρωπος που τα λέει αυτά είχε ποτέ εμπειρία αυτής της Παρουσίας…

Κι αν –λέω, αν– δεν την είχε, με ποιο κίνητρο κηρύσσει τον Χριστό; Όταν δεν κηρύττεις για να μοιραστείς με όλους τη Ζώή, την προσευχή που αναβλύζει από μέσα σου, τότε γιατί το κάνεις; Είναι σίγουρα απλουστευτικό και άδικο να απομονώνω φράσεις, αλλά από την άλλη νομίζω πως δεν είναι και τυχαίες διακηρύξεις του τύπου: «Θέλουμε νέους γιατί οι νέοι είναι το μέλλον!». Δηλαδή αν δεν ήταν το μέλλον (αν π.χ. είχαν οξεία λευχαιμία), δε θα τους θέλαμε στον Παράδεισο; Κάτι άλλο, όμως, φαίνεται να μας καίει: Οι γέροι πεθαίνουν, η κοινωνία ανοίγει και η εκκλησία χρειάζεται νέους οπαδούς [4]… Και τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί για να προσεγγίσουμε τους νέους, πρέπει να βάλουμε νερό στο ξινισμένο κρασί μας...

Αυτή είναι η τραγωδία: Αυτό που εξωθεί συνήθως την εκκλησία να απαγκιστρωθεί από την αρτηριοσκλήρωση, δεν είναι η εμπειρία της Παρουσίας του Θεού, αλλά η ιδρυματοποίησή της. Παραπαίει ανάμεσα στον συντηρητισμό ή την τυπολατρία (που ονομάζει «παράδοση») και την εκκοσμίκευση ή τον λαϊκισμό (που ονομάζει «πρόοδο»). Κι αναζητά το «μέτρο» ανάμεσά τους για να επιβιώσει. Πώς να δει πως ο Θεός δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την πρόοδο ή την συντήρηση γιατί είναι πάνω απ’ όλα αυτά κι ότι το μόνο που θέλει είναι να μάς παρασύρει σε μια Ελευθερία που θα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία; Πώς να το δει όταν ονομάζει «Θεό» αυτό που η ψυχολογία ονομάζει υπερεγώ και βιώνει την εκκλησία ως το «καθίδρυμα της Αυτού Θεότητος»;

Νιώθω τόση μοναξιά απέναντι σ’ αυτές τις διαπιστώσεις όταν μπλέκομαι σε «εκκλησιαστικά» περιβάλλοντα… Ευτυχώς, στον «υπόλοιπο κόσμο» βρίσκω ευκολότερα ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να συνεννοηθώ (κι οι οποίοι συχνά έχουν μια υπαρξιακή αναζήτηση). Απλά δε κάνουν το κόπο ν’ ασχοληθούν με «ποιμένες» που δεν έχουν κάτι να τούς προσφέρουν. Ανάβουν ένα κερί ή κοινωνούν όταν το νιώθουν, αλλά φροντίζουν να μην πλησιάσουν επικίνδυνα. Το αστείο είναι όταν η χλιαρότητα ή η αποστροφή απέναντι στην εκκλησία ερμηνεύεται αυτάρεσκα ως αδιαφορία του ανθρώπινου γένους στην Αληθινή νοηματοδότηση της ζωής ή σε μια ατομοκεντρική («μη Εκκλησιαστική») αντίληψη της πίστης… Αλλά όταν φτάνεις σε τέτοια αλλοτρίωση, η μετάνοια θα σήμαινε ολοκληρωτική συντριβή και άλμα σ’ ένα κενό από το οποίο μόνον ο Θεός (ή μια ζωντανή Εκκλησία) θα μπορούσε να σε γλιτώσει. Έτσι υπερισχύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Η αλήθεια είναι πως το καταλαβαίνω. Κι εγώ δεν έχω τη δύναμη να κάνω κάτι αντίστοιχο. Κι ούτε μπορεί κανείς να κρίνει ανθρώπους αθροίζοντας τις χειρότερες στιγμές τους[5]. Αλλά έτσι κι αλλιώς, το νόημα αυτού του κειμένου είναι άλλο. Είναι το να προσπαθήσω ν’ αποτελέσω ένα ζωντανό κύτταρο (ελπίζω μη καρκινικό) του σώματος μιας αληθινής Εκκλησίας, αφού μού δόθηκε η δυνατότητα.

Νομίζω πως είναι πλέον προφανής ο φαύλος κύκλος της διαστροφής: Όταν είμαστε αλλοτριωμένοι, προσελκύουμε αλλοτριωμένους ανθρώπους ή αλλοτριώνουνε όσους κάνουν το λάθος να μάς πάρουν στα σοβαρά. Φτιάχνουμε δηλαδή μια διοίκηση, αποφασίζουμε πως θα γίνουμε οι εκπρόσωποι του Αληθινού Θεού στη γη (στο κάτω-κάτω, όποιος το αποφασίσει, βρίσκει τρόπο να γίνει ιερέας...) και μετά μοιράζουμε εξουσίες: Εσύ θα οδηγείς ανθρώπους στη Θέωση, εγώ θα γράφω για το Άκτιστο φως, ο άλλος θα είναι θεός της θάλασσας κ.ο.κ. Κι όλ’ αυτά μας ανήκουν δικαιωματικά αφού έχουμε την αποστολική διαδοχή (και είμαστε «ορθόδοξοι») κι επομένως το Άγιο Πνεύμα (για κάποιον λόγο που δεν κατανοώ) είναι αναγκασμένο να ενεργεί μέσω ημών. Καταντήσαμε να πιστεύουμε σ’ ένα «Άγιο Πνεύμα» δέσμιο της γραφειοκρατικής μας «εκκλησιολογίας».[6] Γιατί όπως «η ιστορία γράφεται από τους νικητές», έτσι κι η Θεολογία διαστρέφεται σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος.

Κι όταν, μετά από όλα αυτά, δεν βρίσκουμε αρκετούς ανθρώπους που να ασπάζονται τις φαντασιώσεις μας, τι κάνουμε; Οι ναοί πρέπει να στελεχωθούν… Αντί να διορθωθούμε για να προσελκύσουμε ψυχές με δίψα Θεού, χειροτονούμε ανθρώπους που, τουλάχιστον, μάς ανέχονται: Άβγαλτα παιδιά που χειραγωγήσαμε, ανολοκλήρωτους ανθρώπους που τη βρίσκουν στην ιδέα να γίνουν «ποιμένες», επαγγελματίες που έχουν εξοικειωθεί με την «ορθόδοξη» εθιμοτυπία και θέλουν μια θέση στο δημόσιο... 

Λύθηκε λοιπόν κι αυτό το πρόβλημα. Αλλά να που ξεπετάγονται κι άλλα! Πού θα βρεθεί γυναίκα να παντρευτεί τέτοιον άνθρωπο; Χώρια τα «ηθικά πρότυπα» που πρέπει να πληρεί: Μια άβγαλτη, «ακίνδυνη» κοπέλα, χωρίς προσωπικότητα... Βγαίνουμε λοιπόν στα κανάλια και ζητάμε ελεημοσύνη: «Θέλουμε πρεσβυτέρες!»... Κι ενώ καταλαβαίνω την καλή πρόθεση, η κατάντια είναι τεράστια…

Πώς έφτασε να περιμένουμε από μια κοπέλα που ερωτεύτηκε έναν ιερέα του Θεού που είναι Αγάπη, Ελευθερία και Ζωή, ενός Θεού που είναι πηγή κάθε ομορφιάς και κάθε δημιουργίας και που νοηματοδοτεί κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης (μεταξύ των οποίων τον έρωτα και την σεξουαλικότητα[7]) να είναι άχρωμη, συντηρητική και ανέραστη; (…Α, ναι. Και ανοργασμική, κατά προτίμηση, αφού απαιτείται «πνευματικότητα»). Αν αυτό δεν είναι αιρετικό, τότε τι είναι; Κατά τα άλλα, στην «ορθόδοξη» προετοιμασία για την ιεροσύνη πληροφορούμαστε ότι Θεός δε μάς δημιούργησε «εκ του μηδενός» αλλά «εκ του μη όντος» (όσοι φοιτούν σε ιερατικές σχολές, τα γνωρίζουν αυτά)! Δηλαδή καλή η Θεολογία, αρκεί να μην καταλαβαίνουμε τίποτα. Αρκεί να μη μάς αναγκάζει να συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αιρετικοί. Και μιας και το ’φερε η κουβέντα, ας πω λίγα λόγια για την Ορθόδοξη Θεολογία, όπως την αντιλαμβάνομαι.

    

Περί Ορθόδοξης Θεολογίας.

 

Όταν δεν είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για την Θεολογία με την αμεσότητα που θα μιλούσαμε για το πόσο όμορφα περάσαμε σε μια εκδρομή, δεν είμαστε κατάλληλοι ούτε να την καταλάβουμε ούτε, πολύ περισσότερο, να την «υπερασπίσουμε». Μοιάζουμε με τυφλούς που «κατηχούν» τον κόσμο για την ομορφιά του ορίζοντα κατά την αυγή, αλλά δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε[8]. Εδώ έχουμε τόσους «ορθοδόξους» που πιστεύουν στην ενσάρκωση του Θεού αλλά «αποστασιοποιούνται» από τα κτιστά (σε αντίθεση με τον Θεό...) για να γνωρίσουν τα «Άκτιστα» [9]

Αλλά ένα πιο απλό παράδειγμα ίσως κάνει σαφέστερο αυτό που θέλω να πω: Όταν βλέπουμε να υπερασπίζονται την «ορθοδοξία» άνθρωποι κραυγαλέα νευρωτικοί, όπως π.χ. κατά την τελευταία επίσκεψη του Πάπα, τότε η «ορθοδοξία» δεν πάει καλά. Όχι ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν είναι αιρετικοί. Είναι βυθισμένοι στην αίρεση σαν το παξιμάδι στο δηλητήριο. Όμως, σε πολλούς απ’ τους ανθρώπους που αντιτίθονταν στον ερχομό του Πάπα, έψαχνες στο δηλητήριο μπας και βρεις λίγο παξιμάδι... Μπορεί εύκολα να παπαγαλίζει κανείς τα δόγματα επειδή σε περίοδο σχηματισμού της ταυτότητάς του δεν είχε το θάρρος ν’ αμφισβητήσει οτιδήποτε. Μια τέτοια «πίστη» όμως δεν έχει καμία αξία και καμία σχέση με τον Αληθινό Θεό. Αυτοί οι άνθρωποι θα υποστήριζαν με τον ίδιο φανατισμό τον Βουδισμό αν γεννιόντουσαν στη Κίνα κι ίσως σταύρωναν και τον Χριστό, αν ζούσαν από κοντά τις μέρες του Πάθους.

Αντίθετα, κάποιοι "χλιαροί" ή αγνωστικιστές θα ήταν πολύ πιο δεκτικοί σε μια προσωπική αποκάλυψη του Θεού γιατί, αν μη τι άλλο, δεν έχουν την αφελή ψευδαίσθηση ότι Τον γνωρίζουν. Δεν έχουν κάποιο είδωλό Του που να τούς εμποδίζει να τον συναντήσουν. Είναι αυτά τα είδωλα που αποτελούν την ουσία της καταστροφικής δύναμης των αιρέσεων. Επομένως, οι «φανατικοί ορθόδοξοι» είναι πολύ πιο αιρετικοί από τους Ρωμαιοκαθολικούς ή πολλούς αγνωστικιστές.

            Αυτό που στην πραγματικότητα πολεμά ο φανατικός απέναντι στους «αιρετικούς» δεν είναι η αίρεση. Είναι η ασυνείδητη αμφιβολία που ο ίδιος έχει επειδή η «πίστη» του δεν είναι καρπός εμπειρίας. Απλά προβάλλει την απιστία του στους άλλους για να διαφύγει από τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Φυσικά, δε λέω κάτι καινούριο. Αλλά όταν στοιχειώδεις γνώσεις ψυχολογίας (μιας επιστήμης δηλαδή) ξεγυμνώνουν τόσο εύκολα τους «υπερασπιστές της ορθοδοξίας», μού θυμίζει το ρεζιλίκι της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας του Μεσαίωνα, από μιαν άλλη επιστήμη, όταν αποφαινόταν ότι η γη είναι το κέντρο του σύμπαντος…

Η Ιστορία έχει δείξει ότι τέτοιοι άνθρωποι θα βρίσκούν πάντα τρόπους να λεηλατούν τα σημαίνοντα[10] και να πιθηκίζουν συμπεριφορές ώστε να διεισδύουν σε οποιαδήποτε ομολογία κι αν τύχει να ενταχθούν. Αλλά όση σχέση έχουν τα εγχειρίδια σεξουαλικής τεχνικής με τον έρωτα, έχουν κι αυτές οι απομιμήσεις με την εν Χριστώ ζωή. Αυτό που έχει σημασία ν' αντιληφθούμε είναι ότι η αίρεση δεν είναι ούτε μια διανοητική διατύπωση[11] ούτε η παρέκκλιση από κάποιες παραδόσεις και τυπικά[12], αλλά ένα «θόλωμα» του νου, μια σύγχυση της καρδιάς, ας πούμε. Είναι ίσως ο πιο ύπουλος διωγμός του διαβόλου απέναντι σε ανθρώπους που αναζητούν τον Θεό. Γιατί προσπαθεί να μάς απομακρύνει από Αυτόν συκοφαντώντας Τον.[13] Εκεί όμως φαίνεται πραγματικά τι ζητά κανείς. Αν δε βρει ο άνθρωπος τη δύναμη να πει «Δε μ’ ενδιαφέρεις, Θεέ, αν είσαι τέτοιος. Δε σε φοβάμαι πια και ζω καλύτερα χωρίς εσένα!», αν δε «σκοτώσει» δηλαδή τον παλιό «Θεό» που έχει σχηματίσει μέσα του, δεν θα αφήσει χώρο για την Αλήθεια να τού αποκαλυφθεί. Η πάλη με την αίρεση είναι μια ισόβια, αδυσώπητη άσκηση ελευθερίας. Είναι μια ασκητική που φανερώνει για ποιον Θεό πραγματικά διψάμε. Ίσως ο καθένας γνωρίζει τελικά τον «Θεό» που «του αξίζει». Όχι επειδή «ο Θεός είναι δίκαιος», αλλά επειδή απλά αυτό ζητούσε. Αυτό είναι κόλαση. Κι αυτό είναι παράδεισος.[14]

Ένας άγιος άνθρωπος διηγείται πως κάποτε βίωσε μια τόσο απερίγραπτη και αναπάντεχη παρουσία του Θεού που Τού απευθύνθηκε λέγοντας: «Θεέ μου, ας είναι έτσι ο Παράδεισος». Και τότε ένιωσε τον Θεό στην καρδιά του να τού απαντά: «Πόσα λίγα ζητάς από έναν Θεό»…  Αφού δεν έχουμε υποψιαστεί κάτι αντίστοιχο, θέλουμε πολύ δρόμο πριν αρχίσουμε να κατηχούμε άλλους. Καλύτερα να σιωπούμε, για να μην σκορπάμε σύγχυση.

Κι όντως, νιώθω πάρα πολύ μικρός για να μιλάω για τέτοια θέματα.[15] Η ζωή, τόσο στην ομορφιά όσο και στην τραγικότητά της, είναι ένα Μυστήριο που μάς ξεπερνά απεριόριστα. Αλλά να που η σιωπή των ανθρώπων που έχουμε αυτήν την επίγνωση, αφήνει το χώρο της εκκλησίας ελεύθερο σε κάθε καβαλημένο καλάμι να την αλώνει. Και τότε τι κάνεις; Παίρνεις το φραγγέλιο γιατί βλέπεις το Σώμα του Χριστού ν’ αλλοτριώνεται ή αποσύρεσαι γιατί ξέρεις πολύ καλά πως ούτε Χριστός είσαι, ούτε έχεις τη δύναμη να σε σταυρώσουν οι Φαρισαίοι;

Ή μήπως το παίρνεις απόφαση ότι αυτή η εκκλησία δεν είναι πλέον Σώμα Χριστού;

 

Αναζητώντας μια Εκκλησία έξω από θεσμούς.

 

Έρχεται πιο φυσικά, τώρα, η απάντηση στο «Πώς αισθάνεσαι μέσα στην εκκλησία;».

Υπάρχει βέβαια το ζήτημα του τι ονομάζει κανείς εκκλησία.

Αν όμως εκκλησία είναι αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν, αισθάνομαι πως όπως π.χ. δεν πας σε κατάστημα καλλυντικών για να ακούσεις μια συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, έτσι είναι αφελές από μέρους μου να αναζητώ τον Θεό στην εκκλησία. Κι ότι δεν φταίει ο Θεός που δεν απαντά όσο μένω σ’ αυτήν την παιδαριώδη αφέλεια. Η σιωπή Του είναι μια ανεκτίμητη πρόνοια για την πνευματική μου ενηλικίωση. Από κει και πέρα, το πώς Τον αναζητάς, το πού στρέφεις τον πόθο σου για Ζωή είναι εξαιρετικά δύσκολο κι οδυνηρό θέμα. Κι ειδικά όταν τα δικά σου κριτήρια είναι αναξιόπιστα, ο Θεός συνεχίζει να σιωπά και δεν βρίσκεις πολύ εύκολα αδέλφια (δηλαδή Εκκλησία) σ’ αυτήν την πορεία...

Κάποιοι φίλοι με παροτρύνουν να κοινωνώ πού και πού. Αλλά ενώ έχω την επιθυμία, δεν καταλαβαίνω πια τι νόημα θα είχε να «κοινωνώ» σ’ ένα χώρο που δε βιώνω ως Εκκλησία. Όταν ένα εκκλησίασμα δε νιώθει σαν αδέλφια που αναζητούν τον (ίδιο) Θεό, για μένα είναι αναμφίβολο πως δεν πραγματοποιείται Μυστήριο, όσα τυπικά και ν’ ακολουθούνται. Με αυτό δεν εννοώ ότι όταν βρεθώ π.χ. με κάποιους καλούς φίλους και λειτουργήσουμε σε ένα εξωκλήσι δε θα μετάσχω στη Θεία Κοινωνία, αλλά ότι αυτή ακριβώς είναι η προϋπόθεση ενός Μυστηρίου[16]. Γιατί ενώ το Άγιο Πνεύμα ενεργεί παρά την αναξιότητά μας, δεν ενεργεί ανεξάρτητα από την προαίρεση της καρδιάς μας. Αυτό θα ήταν παραβίαση κάθε έννοιας προσωπικής σχέσης με τον Θεό. Αλλά η εκκλησία, προτιμά να «θεολογεί» με όρους μαγείας[17] παρά να ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου. Προτιμά τη φαντασιακή «εξασφάλιση» της θρησκείας, από τον υπαρξιακό αγώνα που απαιτεί η Αλήθεια.

Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που μια εκκλησία προτιμά τη θρησκεία από τον Θεό[18]. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αυτό μού δίνει αισιοδοξία. Έχω ακούσει κάτι για την Γαλλική επανάσταση που δεν έχω επιβεβαιώσει ότι ευσταθεί ιστορικά, αλλά σαν σκέψη μού φαίνεται προφητική: Ότι πήγαιναν π.χ. κάποιοι εισοδηματίες στα εργοστάσιά τους και έβρισκαν εκεί τους εργάτες να έχουν κλείσει την είσοδο και να τούς πληροφορούν: «Κοίτα, φίλε, αυτά ανήκουν σε μας. Από κει και πέρα, δικαίωμά σου να κάνεις τη ζωή σου». Οι εργάτες, δηλαδή, δεν τούς έπαιρναν τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία και εξουσίες, δεν ασκούσαν βία, ούτε προσπαθούσαν να επιβάλλουν τις αντιλήψεις ή τον τρόπο ζωής τους στα αφεντικά. Απλά έπαιρναν ειρηνικά αυτό που τούς άνηκε και τραβούσε ο καθένας το δρόμο του.

Αυτό που περιπλέκει τα πράγματα για μένα είναι ότι, για τον ίδιο λόγο που μια «εκκλησία» η οποία χωρίζει τους ανθρώπους σε «δικούς μας» και μη, δεν είναι Εκκλησία, πρέπει κι εγώ να έχω τη διαύγεια να αναγνωρίζω αδέλφια σ’ αυτήν την πορεία και «εντός» των θεσμικών «τειχών». Ή καλύτερα, να μη βλέπω τείχη, να μην αντιλαμβάνομαι καν την ύπαρξη θεσμών. Αυτή όμως είναι μια λεπτή και πολύ επικίνδυνη ακροβασία γιατί ο «φαινότυπος» δε σε βοηθά να καταλάβεις πότε ωριμάζεις και πότε παλινδρομείς. Είναι κι αυτή μια ισόβια ασκητική ελευθερίας.

 

«Τι αλλαγές πρέπει να γίνουν..»

Καλό κι αυτό… Το ξέρετε το ανέκδοτο του μπεκρή; Ήταν κάποτε ένας μπεκρής που δεν έβγαινε με την συνταξούλα των 570 ευρώ. Αποφάσισε λοιπόν να κάνει προϋπολογισμό:

«Κρασί 300 ευρώ, φαγητό 200 ευρώ, φάρμακα 110, Δ.Ε.Η. 50, Ο.Τ.Ε. ...».

Δεν έβγαινε. Πάμε απ’ την αρχή:

«Κρασί 300 ευρώ, φαγητό 180 ευρώ, φάρμακα 100, Δ.Ε.Η. 45, Ο.Τ.Ε. ...

Να πάρεί, ξανά δε βγαίνει. Άντε πάλι.»:

«Κρασί 300 ευρώ, φαγητό 165 ευρώ, φάρμακα 94, Δ.Ε.Η. 42, Ο.Τ.Ε. ...».

Ελπίζω να καταλάβετε τι εννοώ…

Αισθάνομαι πως δεν έχει νόημα να μιλήσω ανοικτά γιατί ζητάμε αλλαγές light, που δεν πονάνε, που δεν θίγουν τα αυτονόητά μας και δεν προϋποθέτουν αληθινή μετάνοια. Συνήθως όταν τόλμησα να ψελλίσω κάτι, δέχτηκα επιθέσεις ή περιφρόνηση. Έτσι, αναρωτιέμαι αν αξίζει να ξοδεύω ζωή και να εισπράττω σκοτάδι για ένα αλλοτριωμένο σύστημα με το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ασχολούνται. Για ποιον να φθαρώ; Και μήπως είναι δείγμα εφηβικής ανωριμότητας το να καταγγέλλει κανείς εσαεί την όποια εξουσία, αναμένοντας από αυτήν να μετανοήσει; Η ζωή είναι μικρή και δε μας περιμένει…

Ας μην πω τίποτα, λοιπόν, παρά μόνο κάτι που λίγοι θα καταλάβουν και που δεν θα εγείρει την «ιερή» αγανάκτηση (ή περιφρόνηση) των υπολοίπων:

Λίγη ταπείνωση.

Όσοι επαναπαυτήκαμε με την παρότρυνση, μάλλον ανήκουμε στους «υπόλοιπους». Και για να μην εκληφθεί αυτό ως αερολογία, ας αναλογιστούμε τι θα συνέβαινε στην Εκκλησία αν συνειδητοποιούσε ότι πληθώρα «χειροτονημένων» ανθρώπων δεν είναι καν χριστιανοί, ότι στο πρόσωπο του Τούρκου συναντούμε τον Ιησού κι ότι «τελώνες και πόρνες μας προάγουν στη Βασιλεία των Ουρανών»…

 

Δημήτρης Μουρούλης
 

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Δηλαδή σαν να μην είναι η Εκκλησία ο τόπος της ευτυχίας και της Σωτηρίας μας, αλλά ένα «ιερό» ίδρυμα που πρέπει να υπερασπίσουμε. Παρεμπιπτόντως, κάτι τέτοια έλεγε κι ο Χίτλερ, σε πιο ακραία εκδοχή: «Το άτομο δεν έχει αξία. Πρέπει να θυσιαστεί για να δοξαστεί το Έθνος. Το άτομο είναι εφήμερο, ενώ το Έθνος αιώνιο»…

[2] Μετά από κάποιο σημείο, αυτό γίνεται ασυνείδητα, σαν αυτολογοκρισία.

[3] Για την ακρίβεια, «ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης…» (Κολ. 3.11). Τότε «βάρβαροι» ήμασταν εμείς…

[4] Λες κι έχει ανάγκη ο Θεός από ακόλουθους. Αγνοούμε την ελεύθερη κι ανυστερόβουλη Αγάπη ενός Θεού που δε μάς χρειάζεται...

[5] (Φρίττω στη σκέψη ν’ αθροίσω τις δικές μου…)

[6] Τραγικό παράδειγμα αυτής της φονταμενταλιστικής αντίληψης είναι και η αξίωση να θεωρούνται οι ιερείς «ανώτεροι κι από πρωθυπουργούς, γιατί είναι φορείς του Αγίου Πνεύματος»... Πέραν του πόσο αθεολόγητη είναι η συσχέτιση του πρεσβυτέρου μιας Εκκλησιαστικής οικογένειας με την κοσμική εξουσία, το Άγιο Πνεύμα διαπνέει μόνον ανθρώπους που είναι έτοιμοι να το δεχτούν. Δε «μεταβιβάζεται» με την χειροτονία. («Το Πνεύμα όπου θέλει πνεί» (Ιωαν. 3.8). Βλ. και αγ. Συμεών Νέο Θεολόγο).

[7] Οι τραγωδίες που έχουν παιχτεί από την επιμονή να θεωρείται αμαρτία το σεξ πριν την τελετή του γάμου μένουν στην αφάνεια, αλλά ο πόνος και ο αποτροπιασμός αναρίθμητων ανθρώπων που έχουν υποφέρει από αυτήν είναι απερίγραπτος. Η εκκλησία μένει βλάσφημα αδιάφορη απέναντι στο ότι εκφύλισε την συμπροσευχή για την ευλογία του έρωτα σε ένα «πιστοποιητικό αδείας σεξουαλικής πράξης». Τους πρώτους αιώνες της Χριστιανοσύνης, γάμος ως θεσπισμένο Μυστήριο δεν υπήρχε. Αλλά ο Θεός δεν είχε ανάγκη καμία τελετή για να καθιστά Μυστήριο τον έρωτα ενός ζευγαριού...

[8] Ο Χριστός μάς είχε προειδοποιήσει για «ποιμένες» που θα κηρύττουν και θα θαυματουργούν στ’ όνομά Του αλλά θα μας εμποδίζουν να Τον συναντήσουμε. Όταν έρχεται η μέρα της κρίσης δεν τούς λέει «Δε με κηρύξατε.», ούτε καν «Δε με κηρύξατε σωστά.». Λέει «Δεν σας ξέρω». Γιατί αν η πίστη δεν είναι εμπειρία προσωπικής σχέσης με το Θεό (ή τον συνάνθρωπο που είναι εικόνα Του), δεν έχει αντίκρισμα.

[9] Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία, οι Άκτιστες Ενέργειες του Θεού είναι μεθεκτές (προσιτές, ας πούμε) από την κτίση (αν και όχι με τον ίδιο τρόπο από όλα τα κτίσματα). Η μετοχή, η παράδοση σε αυτήν τη δωρεά του Θεού είναι που αποτελεί την Σωτηρία. Οι Ενέργειες του Θεού δεν έρχονται «σε αντίθεση» με την κτίση (Στο κάτω-κάτω η ψυχή, όπως και το σώμα μας, είναι κτίσματα…), αλλά όπως το φως του ήλιου ζωογονεί τα δάση, έτσι κι Αυτές νοηματίζουν τη ζωή μας. Όταν μιλάμε για την ματαιότητα των «εγκοσμίων», δεν απαξιώνουμε την κτίση και τις εκδηλώσεις της, αλλά τονίζουμε πως χωρίς τις Ενέργειες του Θεού, η κτίση χάνει αυτό που της δίνει Ζωή (Όχι απλά τη φυσική ζωή, αλλά μια Ζωή που μάλλον δεν έχουμε υποψιαστεί). Δεν μπορείς, λοιπόν, να «αποστασιοποιηθείς από τα κτιστά», χωρίς να εξαφανίσεις τον εαυτό σου.

Εκτός, βέβαια, αν την έχεις δει «Άκτιστος»…

[10] Δηλαδή να αλλοιώνουν έννοιες που δεν καταλαβαίνουν για να μπορούν να τις «πρεσβεύουν». Π.χ. την υπακοή, από ερωτική παράδοση στη μεγαλοσύνη του Θεού την διαστρέφουν σε ανεύθυνη υποταγή σε ανθρώπινες «αυθεντίες». Εκφυλίζουν την καρδιακή προσευχή σε ιδεοληψία, τη μετάνοια σε νομική αποκατάσταση, το ήθος της συντριβής σε νευρωτική έλλειψη αυτοεκτίμησης, την απάθεια σε απώθηση ή νιρβάνα, τον μοναχισμό σε φυγή από τη ζωή κ.τ.λ. Τα τελευταία χρόνια, και η «Θεολογία του προσώπου» εκφυλίστηκε σε ξύλινο λόγο που εκφέρεται από ανέραστα χείλη.

[11] Αλλιώς, ένα εφτάχρονο παιδί δε θα μπορούσε να βρίσκεται σε αίρεση (ούτε και να είναι Ορθόδοξο), αφού δεν είναι σε θέση να καταλάβει τις δογματικές διατυπώσεις. Γι’ αυτό και το πιο αξιόπιστο όπλο απέναντι στην αίρεση δεν είναι τα Ορθόδοξα δόγματα, αλλά η εμπειρία της Αγάπης του Χριστού που τα υπαγορεύει.

[12] Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε οι σημερινοί ορθόδοξοι να θεωρούν αιρετικούς τους Αποστόλους (και τον Χριστό ακόμα!), αφού π.χ. δε φορούσαν ράσα ή δεν είχαν θεσπίσει και τα επτά Μυστήρια.

[13] Στην ταινία «Ο δικηγόρος του διαβόλου» αυτή η ύπουλη τακτική περιγράφεται ανάγλυφα προς το τέλος. Ο διάβολος, στην προσπάθειά του να αποτρέψει το δικηγόρο από τη μετάνοια, συκοφαντεί το Θεό με μια νεοπλατωνική αντίληψη της ασκητικής. Είναι φοβερό το ότι φίλοι μου (δύο από τους οποίους συνειδητά μέλη της εκκλησίας), μου είπαν ότι σ’ αυτό το σημείο, ο διάβολος είχε δίκιο! Κι ότι λεκτικοποίησε μια αδιαμόρφωτη διαμαρτυρία που κι οι ίδιοι βίωναν απέναντι στο Θεό. Δε τους πέρασε καθόλου από το μυαλό ότι αυτά δεν έχουν σχέση με τον Αληθινό Θεό. Φαίνεται πως άλλο Θεό τους «μετάγγισε» η «ορθοδοξία»...

[14] Υπάρχει μια ιστορία στο γεροντικό σχετικά μ’ έναν μοναχό που δεχόταν οποιαδήποτε κατηγορία τού απέδιδαν εκτός από την αίρεση. Τονίζει μ’ αυτό πόσο ολέθρια είναι (κι όχι ότι πρέπει οι πάντες να νομίζουμε πως είμαστε φορείς της Αλήθειας, όπως επιφανειακά ερμηνεύουν πολλοί). Όμως η οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι πιστεύαμε σ’ έναν ψεύτικο Θεό ενέχει σπερματικά και την ελπίδα να ελευθερωθούν τα μάτια της ψυχής και να δούμε πως είναι ασύλληπτα πιο Υπέροχος απ’ ό,τι νομίζαμε...

[15] Είναι καταπληκτική η ατάκα ενός φίλου: «Δεν παίρνω κανέναν στα σοβαρά. Ούτε τον εαυτό μου».

[16]  Δόξα τω Θεώ, από τότε που γράφτηκε αυτό το κείμενο, έχουν υπάρξει τέτοιες ευκαιρίες.

[17] Δηλαδή να υποστηρίζει ότι ο Θεός ενεργεί αναγκαστικά μέσα από τις «ορθόδοξες» τελετουργίες, ανεξάρτητα από τον δικό μας πόθο – και ενίοτε, μόνο μέσω αυτών! Η συστηματική «θεολογία» μάς «εξασφάλισε» και το copyright του Θεού…

[18] Βλ. το κεφάλαιο «Ο μέγας Ιεροεξεταστής» από τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι.